Εκτύπωση

Γιατί οι ιδιωτικοποιήσεις συμφέρουν το κράτος και την κοινωνία;

Συγγραφέας Διονύσιος Βενιεράτος (dionysis321venieratos) στις . Καταχώριση Άρθρα μελών

Ακούμε συχνά απλούς πολίτες να θεωρούν περίπου «προδοσία» το να πουλάει το κράτος σε ιδιώτη (ή να εκχωρεί δικαιώματα για μεγάλο χρονικό διάστημα) μια «κερδοφόρο» δημόσια επιχείρηση.

Επειδή τέτοιες απόψεις υιοθετούνται από πολλούς – κατά τα άλλα καλόπιστους – συμπολίτες μας, αλλά και υιοθετούνταν μέχρι πρό τινος από τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ (που τώρα σιγά – σιγά φαίνεται να αλλάζει) καλό είναι να ανοίξει μια σχετική συζήτηση με επιχειρήματα, που απευθύνονται στο σκέψη και όχι στο θυμικό.

Ως ξεκίνημα γι’ αυτόν τον εποικοδομητικό προβληματισμό, παραπέμπω σε ένα  πολύ καλό άρθρο του κ. Σωτήρη Γεωργανά, δημοσιευμένο στην Καθημερινή στις 19/8 του 2012, του οποίου αναδημοσιεύω τα κύρια επιχειρήματα:

 

Μια σοβαρή τοποθέτηση

• Η πώληση συμφέρει προφανώς οποτεδήποτε ο αγοραστής είναι διατεθειμένος να πληρώσει περισσότερα γι αυτό το αγαθό από τον πωλητή! Και η συνθήκη αυτή ικανοποιείται τυπικά (εν απουσία περιορισμών ρευστότητας) όταν η αξία του αγαθού για τον αγοραστή είναι μεγαλύτερη από την αξία του για τον πωλητή.

• Αν ο επιχειρηματίας Α μπορεί να εξασφαλίσει στο μέλλον υψηλότερα κέρδη για την επιχείρηση από τον σημερινό ιδιοκτήτη Β, την αγοράζει. Αυτό ισχύει ακόμα και αν τα κέρδη της επιχείρησης υπό τον ιδιοκτήτη Β είναι ήδη πολύ υψηλά. Θα έλεγε κανείς μάλιστα ότι είναι πιο πιθανό να θέλει κανείς να αγοράσει μια κερδοφόρα επιχείρηση, για να τη βελτιώσει, παρά μια πολύ ζημιογόνα

• Ποιός είναι καλύτερος ιδιοκτήτης της εταιρείας, το Δημόσιο ή εκείνος ο ιδιώτης (άτομο ή οργανισμός) με την καλύτερη τεχνογνωσία και τις βαθύτερες τσέπες. Από την οικονομική βιβλιογραφία, αλλά και την καθημερινή εμπειρία κάθε πολίτη με κρατικές/ιδιωτικές επιχειρήσεις, μπορούμε να πούμε ότι συνήθως οι ιδιώτες διοικούν τις επιχειρήσεις πιο αποδοτικά. Αυτή η αυξημένη αποδοτικότητα μεταφράζεται σε μεγαλύτερο όφελος για την οικονομία

• Προβάλλεται συχνά το επιχείρημα της καχυποψίας. Μπορούμε να εμπιστευτούμε ότι το κράτος θα αποσπάσει από τον ιδιώτη ικανό τίμημα, κοντά στην αξία που έχει η επιχείρηση για τον ίδιο; Το επιχείρημα πάσχει από σχιζοφρένεια. Θεωρούμε το κράτος ανίκανο να οργανώσει μια μεμονωμένη τίμια και επικερδή συναλλαγή, αλλά το θεωρούμε ικανό να διοικεί μια εταιρεία που ως μέρος της ύπαρξής της κάνει μυριάδες τέτοιες συναλλαγές καθημερινά;

• Υπάρχει μια περιπλοκή όταν το όφελος της κοινωνίας από την ύπαρξη ενός οργανισμού είναι πολύ υψηλότερο από το όφελος (=κέρδος) του ίδιου του οργανισμού, π.χ. στις λεγόμενες άγονες γραμμές. Η λύση όμως δεν είναι να κρύβουμε το κόστος άγονων γραμμών στον ισολογισμό κρατικών επιχειρήσεων. Μετράμε πόσο όφελος έχει η κοινωνία από την ύπαρξη της γραμμής και αν είναι επαρκώς υψηλό, βρίσκουμε την εταιρεία εκείνη, ασχέτως ιδιοκτήτη, που μπορεί να προσφέρει τις υπηρεσίες με τη χαμηλότερη επιδότηση.

• Το παράδειγμα της Ολυμπιακής Αεροπορίας θα έπρεπε να μας έχει ήδη συνετίσει. Στα χέρια του κράτους είχαμε μια εταιρεία πάροχο κάκιστων υπηρεσιών που μάτωνε τα κρατικά ταμεία και αμαύρωνε την εικόνα της χώρας διεθνώς. Σήμερα είναι μια εταιρεία που δεν μας κοστίζει ούτε λεπτό, έχει σύγχρονα αεροσκάφη και ευγενικό προσωπικό, μια καλή διαφήμιση της χώρας.

• Οι ιδιωτικοποιήσεις κατά κανόνα φέρνουν όφελος για την οικονομία και την κοινωνία. Έχει κανείς την εντύπωση ότι πολλοί διαφωνούντες δεν έχουν την αποδοτικότητα στο μυαλό τους αλλά το παραφούσκωμα των εταιρειών με ανεπρόκοπους ανιψιούς και ακατάλληλους διοικητές, όπως συνηθιζόταν.

 

Σχόλια

1) Ένα καλό και «ισχυρό» κράτος δεν κρίνεται από το πόσο μεγάλη περιουσία διαθέτει, ούτε από το πόσες επιχειρήσεις διοικεί.
Κρίνεται μόνο από το αν προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια, ευημερία και δυνατότητες ανάπτυξης στους πολίτες του. Το «κρατικό συμφέρον» δεν είναι τίποτα περισσότερο από ακριβώς αυτό.
Εξ άλλου, το κράτος έχει πάντα τον τελευταίο λόγο μιας και αυτό θέτει τους κανόνες και το ίδιο ελέγχει την τήρησή τους.
Η δε θέσπιση των κανόνων και ο αποτελεσματικός έλεγχος της τήρησής τους γίνεται πολύ καλύτερα όταν το κράτος κάνει μόνο αυτό και δεν «ανακατεύεται» με την επιχειρηματικότητα.

2) Οι πολίτες πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι «ιδιοκτήτες» των κρατικών επιχειρήσεων. Ένας ιδιοκτήτης ασκεί πλήρη δικαιώματα στην ιδιοκτησία του και εκείνος αποφασίζει πώς ακριβώς θα ρυθμίσει τη λειτουργία της ιδιοκτησίας του, ώστε αυτή να του αποφέρει το μέγιστο οικονομικό όφελος ή την ελάχιστη μακροπρόθεσμη ζημιά.

Εδώ οι κρατικές επιχειρήσεις διοικούνται από τους εκλεκτούς του κόμματος που κυβερνάει και οι πολίτες δεν έχουν καμία δυνατότητα συμμετοχής στις αποφάσεις που παίρνουν.

Για τι είδους «ιδιοκτησία» μιλάμε τότε; 

3) Φανταστείτε λοιπόν ότι είσθε ιδιοκτήτης ενός ή περισσοτέρων ακινήτων: Είναι καλύτερα να τα αφήνετε άδεια ή να τα νοικιάζετε με πολύ χαμηλό τίμημα «για μικρό χρονικό διάστημα», ή να έχετε υψηλό τίμημα για μεγάλο χρονικό διάστημα; (ενώ παράλληλα διατηρείτε πάντα το δικαίωμα να καταγγείλετε τη σύμβαση όταν ο εκμισθωτής σας παραβιάζει τα συμφωνημένα).

4) Οι πολίτες οφείλουν να εγκαταλείψουν τα μεγαλόστομα και μελοδραματικά περί «προδοσίας», όταν εκχωρείται δημόσια περιουσία προς εκμετάλλευση από ιδιώτες και να σκεφτούν τα εξής απλά:

α) Όταν η κρατική επιχείρηση είναι ζημιογόνος, είναι αυτονόητο ότι πρέπει να την παραχωρήσουν σε ιδιώτη επενδυτή.

β) Ακόμη και αν η κρατική επιχείρηση είναι επικερδής, να σκεφτούν ποιο θα είναι το μεγαλύτερο κέρδος: Αυτό που έχουν τώρα ή αυτό που θα έχουν από τα μεγαλύτερα κέρδη και τους ανάλογους φόρους που θα εισπράττει το κράτος από τον ιδιώτη επενδυτή συν την αξία του όποιου τιμήματος για την παραχώρηση;

γ) Ένας άλλος παράγων που δεν πρέπει να λησμονείται είναι και ο εξής:  Κατά πόσο μπορεί η υπάρχουσα «επικερδής» κρατική επιχείρηση να ανοίξει περαιτέρω δρόμους για νέες επενδύσεις και ανάπτυξη. Το παράδειγμα του λιμανιού του Πειραιά και οι προοπτικές που ανοίγονται με την παραχώρησή του στην κινεζική (κρατική μεν αλλά με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια λειτουργούσα στην Ελλάδα) Cosco είναι απολύτως εύγλωττο και ενδεικτικό.

 

Τελικό συμπέρασμα

Ένα σωστό και ευνομούμενο κράτος μπορεί (και πρέπει!) να προχωρά σε ιδιωτικοποιήσεις κρατικής περιουσίας, όταν κρίνει ότι αυτό συμφέρει τους πολίτες του. Το αν επωφελούνται ΚΑΙ οι επενδυτές δεν είναι καθόλου κακό. Άλλωστε αρκετοί από αυτούς μπορεί επίσης να είναι πολίτες του. 

Από την άλλη μεριά, ένα κακό, δυσλειτουργικό και με ροπή προς πάσης φύσεως παρανομίες κράτος, απλά θα έπρεπε να …μην υπάρχει! Πόσο μάλλον να διοικεί και επιχειρήσεις…

«Προδοσία» διαπράττουν οι πολιτικοί που εξυπηρετούν αλλότρια συμφέρονται πλην των συμφερόντων των πολιτών, που τους ψήφισαν.

Και αυτό γιατί προδίδουν την εμπιστοσύνη τους… Τόσο απλά!  

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο marketnews.gr

Εκτύπωση

Πως φτάσαμε ως εδώ;

Συγγραφέας ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΤΣΑΝΤΩΝΗΣ (Koutsantonis) στις . Καταχώριση Άρθρα μελών

Pos ftasame os edo 450

Εσύ στην Ελλάδα, εγώ στη ξενιτιά... Και οι δύο σε ένα διαρκή και άνισο αγώνα για την εξασφάλιση ενός καλύτερου επιπέδου διαβίωσης, στερούμενοι ακόμη και τις στοιχειώδεις συνθήκες που θα μας επέτρεπαν να ευημερήσουμε στον τόπο μας. Πως φτάσαμε ως εδώ;

Η σημερινή κυβέρνηση είναι υπόλογη σε  ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, για τις οικονομικές και κοινωνικές ανισορροπίες που έχουν διαμορφωθεί σήμερα στην Ελλάδα. Μετά από ένα και πλέον χρόνο διακυβέρνησης, έχουν καταρρίψει και προσβάλλει από μόνοι τους και με το χειρότερο τρόπο, όλες τις προσδοκίες και ελπίδες για τις οποίες ο λαός τους ανέδειξε στην εξουσία. Ιδιαίτερα από το Σεπτέμβριο του 2015, χάθηκε και το τελευταίο ηθικό πλεονέκτημα… αυτό των δικαιολογιών ότι τάχα δεν ήξεραν.

Εκπρόσωποι τέτοιων πολιτικών και τέτοιου χαμηλού ήθους, διαμόρφωσαν στα χρόνια της μεταπολίτευσης μία πλασματική οικονομική ευημερία. Σήμερα, στέκουν αδύναμοι να αντιμετωπίσουν την κρίση που δημιούργησαν, νικημένοι από το κακό τους εαυτό που αρέσκεται στην άσκηση εξουσίας ως αυτοσκοπός, αλλά και από το ιδεολογικό τέρας που δημιούργησαν και κατάφαγε την κοινωνική συνείδηση, καλλιεργώντας την εντύπωση ότι δυσθεώρητες συντάξεις  και κρατικές επιδοτήσεις με ξένα κεφάλαια και δανεικά, είναι και πρέπει να παραμείνουν «κοινωνικά κεκτημένα».

Έτσι λοιπόν φτάσαμε στην σημερινή ιδεολογική ηγεμονία της –δήθεν- Αριστεράς, που εμμονικά συνεχίζει και διακηρύττει ότι αποτελεί τον μόνο εγγυητή των «κοινωνικών κεκτημένων», ενώ παράλληλα η δράση της προκαλεί συστημικά, τα άκρως αντίθετα αποτελέσματα διαρρηγνύοντας περεταίρω τον κοινωνικό ιστό. Πολώνοντας και φανατίζοντας τους Έλληνες πολίτες την ίδια μάλιστα στιγμή, που με τρόπο έκδηλο, σπεύδει να προστατέψει «δικούς» της ανθρώπους και κοινωνικά στρώματα, που θα μπορούσαν να την ξαναφέρουν στην εξουσία.

Οι ίδιοι που ευαγγελίζονταν την οριστική ρήξη με το "παλιό" και το καταδίκαζαν με παθολογικό φανατισμό, είναι οι ίδιοι που προσπαθούν με «νύχια και με δόντια» να το διατηρήσουν. Και το χειρότερο από όλα, εξακολουθούν να επαίρονται ότι παραμένουν  πιστοί στην ιδεολογία τους. Αυτό και μόνο, θα έπρεπε να σε προβληματίσει ιδιαίτερα αν όχι να σε τρομάξει, σχετικά με το ποιες θα είναι οι εξελίξεις, εάν παραμείνει στην εξουσία ένας πολιτικός θίασος όπως αυτός των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Στο ίδιο έργο θεατές, η πορεία του σύγχρονου πολιτικού σκηνικού του τόπου μας,  διαγράφει μία σπειροειδή τροχιά με κατεύθυνση προς τα κάτω, που διαμορφώνεται από την επαναλαμβανόμενη εφαρμογή των ίδιων πρακτικών λαϊκισμού, με διαφορετικούς όμως συντελεστές στη πορεία του χρόνου. Η διαρκής υποβάθμιση της πολιτικής κουλτούρας που θέλει τον πολιτικό ένα επίδοξο παραμυθά για να εξασφαλίζει την παραμονή του στην εξουσία, σήμερα συντελεί επικίνδυνα στην πρόκληση της απόλυτης κοινωνικής και οικονομικής απαξίωσης, για τον ίδιο ακριβώς σκοπό.

Σε ένα τέτοιο κλίμα ανασφάλειας και αβεβαιότητας όπου ενεργοποιείται έντονα το ένστικτο της επιβίωσης, είναι δύσκολο να μπορέσεις να σκεφτείς και να κρίνεις με ψυχραιμία, προκειμένου να απομονώσεις τις πραγματικές αιτίες, που ευθύνονται για τα κοινωνικά και οικονομικά δεινά του τόπου μας, που μεταλλάσσονται ποιοτικά προς το χειρότερο και πολλαπλασιάζονται αριθμητικά, μέρα με την ημέρα.

Μία πραγματικότητα που σε οδηγεί στην απογοήτευση, την αποστασιοποίηση και το χειρότερο από όλα, την αποχή από την ενασχόληση με τα κοινά, επιτρέποντας στους χειρότερους να καθορίζουν το μέλλον το δικό σου και της οικογένειάς σου.

Η αποχή η δική σου όμως είτε έμμεση, είτε άμεση, προκαλεί αυθόρμητα συναισθήματα ανακούφισης και χαράς σε αυτούς που μας έφτασαν ως εδώ.

Για κάποιον που η εξουσία σημαίνει μόνο πηγή εισοδήματος και προνομίων και όχι εργαλείο παραγωγής έργου, δεν τον θέλει τον έλεγχο. Δεν θέλει να γνωρίζεις περισσότερα από αυτόν.  Επιδιώκει να σου στερήσει το φως της μόρφωσης και της πνευματικής καλλιέργειας και ως άλλος μονόφθαλμος, να κυβερνάει αβίαστα τους -πολιτικά- τυφλούς.

Θέλει να πείθεσαι εύκολα. Η άποψή σου να διαμορφώνεται εύκολα και να επηρεάζεται ριζικά από το εκάστοτε ιδεολογικό «ρεύμα» που προβάλλουν τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, που εύκολα χειραγωγούνται με τη σειρά τους.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων, η μεγαλύτερη ανησυχία σήμερα δεν θα έπρεπε να αποτελεί η αύξηση 24% του ΦΠΑ και οι υπόλοιπες φορο-επιδρομές, όσο και αν ακούγεται παράλογο. Το άγχος και η αγωνία εστιάζεται στο αν θα βρεθεί το σθένος, έστω και τώρα, να πάρεις θέση.

Να συνειδητοποιήσεις γιατί συμβαίνουν όλα αυτά και να κατανοήσεις τους λόγους για τους οποίους φτάσαμε ως εδώ. Με συναίσθηση της ευθύνης των αποφάσεων και των πράξεων σου και σε αντίθεση με τα σημεία των καιρών, να διεκδικήσεις τις μεταρρυθμίσεις που θα δώσουν πραγματικές και ουσιαστικές λύσεις στα πάγια προβλήματα της χώρας μας.

Να διεκδικήσεις! Όχι προκαλώντας κυκλοφοριακό χάος και υλικές καταστροφές στους δρόμους και τις περιουσίες των συμπολιτών μας αντίστοιχα, αλλά μέσα από τη δημιουργική αμφισβήτηση και με επιχειρήματα. Αναζητώντας, προωθώντας και επικοινωνώντας στους συνανθρώπους σου συγκεκριμένες θέσεις και προτάσεις, που πιστεύεις ότι μπορεί να εξυπηρετήσουν, όχι το πρόσκαιρο και προσωπικό συμφέρον, αλλά το καθολικό και μακροπρόθεσμο, αποδεχόμενος ταυτόχρονα τις όποιες αρνητικές συνέπειες μπορεί προσωρινά να προκύψουν. Δεν υπάρχει λύση χωρίς κόστος.

Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Και όσο πιο σύντομα το αποδεχτείς εσύ, τόσο πιο σύντομα θα αντιμετωπιστεί η πολιτική παθογένεια του τόπου μας. Η εμπλοκή του κάθε ένα από εμάς σε όσα συμβαίνουν γύρω μας, αποτελεί μονόδρομο για να αλλάξει ουσιαστικά η χώρα μας. Να αποκατασταθούν οι πολιτικές και κοινωνικές ισορροπίες, οι οποίες με τη σειρά τους, θα επιφέρουν και την οικονομική ανάπτυξη και ευημερία.

Εκτύπωση

Η κοινωνική συνείδηση, το «δε βαριέσαι!» και η ντροπή που… σώζει!

Συγγραφέας Διονύσιος Βενιεράτος (dionysis321venieratos) στις . Καταχώριση Άρθρα μελών

 «Δε βαριέσαι» αντί για κοινωνική συνείδηση

Η κοινωνικότητα αποτελεί τον κανόνα στα εξελιγμένα ζώα, αλλά δεν ταυτίζεται με την κοινωνική συνείδηση.
Η κοινωνικότητα είναι έμφυτη. Η κοινωνική συνείδηση είτε διδάσκεται, είτε αποτελεί συνειδητή επιλογή.
Στα εξελιγμένα κοινωνικά ζώα, η διδασκαλία της κοινωνικής συνείδησης γίνεται συνήθως με τη μέθοδο της ανταμοιβής και της τιμωρίας. Η ίδια «μέθοδος διδασκαλίας» αποτελεί και τον ακρογωνιαίο λίθο ακόμη και στις ανθρώπινες κοινωνίες.

Είναι παρατηρημένο ότι από τις χώρες της Ευρώπης εκείνες του Βορρά είναι πιο καλά οργανωμένες  κοινωνικά και διοικητικά, οι κάτοικοί τους έχουν μεγαλύτερη κοινωνική συνείδηση, είναι περισσότερο «του καθήκοντος» και όχι «των δικαιωμάτων» και έτσι δουλεύουν πιο συστηματικά, πιο ομαδικά και πιο παραγωγικά. Ίσως το σκληρότερο κλίμα τους να έχει επιδράσει στην καλύτερη κοινωνική τους οργάνωση, χωρίς την οποία θα ήταν (διαχρονικά) δύσκολο να επιβιώσουν ως κοινωνίες.

Σε πιο συνειδητοποιημένους ανθρώπους, η κοινωνική συνείδηση μπορεί να αποκτηθεί και με βάση μια βαθύτερη θεώρηση της έννοιας της κοινωνίας και των ελαχίστων απαιτήσεων που η κοινωνία έχει από τα μέλη της, τα οποία με τη σειρά τους καλούνται να ενστερνισθούν την άποψη ότι εκτός από δικαιώματα έχουν και θεμελιώδεις προς αυτήν υποχρεώσεις.

Συνειδητοποιημένοι (από επιλογή) άνθρωποι υπάρχουν παντού, ακόμη και στην – νότια - Ελλάδα. Δεν αποτελούν ωστόσο τον κανόνα. Εδώ ο κανόνας είναι το «δε βαριέσαι».

 Ξεκινώντας από το δεδομένο έλλειμμα σε κοινωνική συνείδηση, η νεοελληνική έκφραση «δε βαριέσαι» μπορεί να υπονοεί δύο τινά:

1) Ότι οι έχοντες διοικητική ευθύνη (υπάλληλοι, πολιτικοί κλπ) επιτελούν πλημμελώς τα καθήκοντά τους διότι δεν έχουν κοινωνική συνείδηση και …«βαριούνται» και διότι δεν ισχύει γι’ αυτούς η αντίστοιχη αρχή της ανταμοιβής και της τιμωρίας. Παραμένουν στη θέση τους ακόμη και αν δεν τα επιτελούν.

2) Ότι οι πολίτες, πέραν του ενδεχομένου ότι μπορεί να μη διαθέτουν ούτε αυτοί κοινωνική συνείδηση, έχουν επίσης «βαρεθεί» μετά από διαδοχικές προσπάθειες προς τους ιθύνοντες «αρμοδίους», που έχουν αποβεί άκαρπες.

«Δε βαριέσαι», πελατειακό κράτος και διαφθορά

Εκτός από τους παράγοντες που ισχύουν στην Ελλάδα ως χώρας του ευρωπαϊκού νότου, το «δε βαριέσαι» συνδυάζεται καταπληκτικά με το φαινόμενο  του «πελατειακού κράτους», που έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερα στη χώρα μας έχοντας τις ρίζες του τόσο βαθιές που φτάνουν ως την …τουρκοκρατία, ίσως και ακόμη πιο πίσω αποκτώντας χαρακτήρα «πολιτεύματος» !

Η πάσης φύσεως διαπλοκή πολιτών και κράτους, όπως επίσης και συναλλαγές «κάτω από το τραπέζι» με ταυτόχρονη παραβίαση όλων των κανόνων εύρυθμης και σύννομης λειτουργίας της κοινωνίας έχει αναδειχθεί η καλύτερη μέθοδος να «κάνουμε τη δουλειά μας» με τον λιγότερο δυνατό κόπο και παράλληλα να ανεχόμαστε να κάνουν και οι άλλοι το ίδιο.

Θεσμοθέτηση λοιπόν του «δε βαριέσαι» σε όλο της το μεγαλείο.

Γνωρίζοντας ωστόσο πού μας έχουν οδηγήσει όλα αυτά, οι συνειδητοποιημένοι πολίτες καλούνται να αντιδράσουν αγνοώντας σημαντικές λεπτομέρειες της διαπλοκής, η οποία, συντελούμενη «κάτω από το τραπέζι» παραμένει κατά μεγάλο ποσοστό κρυφή και απροσπέλαστη. Επειδή όμως δεν μπορούν να κρυφτούν τα πάντα, υπάρχει ένα υπόλοιπο μικρό ποσοστό, φανερό σε όλους. Κάτι σαν την κορυφή ενός παγόβουνου.   

Έτσι λοιπόν μπορεί να μη γνωρίζουμε με ακρίβεια τι ακριβώς συμβαίνει, αλλά «η κορυφή του παγόβουνου» μπορεί να δώσει αρκετές πληροφορίες για ό,τι βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια. Στο τέλος-τέλος, η κορυφή δεν μπορεί να είναι εντελώς διαφορετική από το υπόλοιπο παγόβουνο και μπορεί να μας προϊδεάσει αρκετά.
Αρκεί να μη «βαριόμαστε» να εξετάσουμε τις πολυτιμότατες πληροφορίες που παρέχει η ορατή κορυφή του παγόβουνου.

Και αφού βγάλουμε τα σχετικά συμπεράσματα να προσαρμόσουμε αναλόγως και την πολιτική μας συμπεριφορά, ο οποία μπορεί να συνοψισθεί σε δύο αρχές:

Α) Μηδενική ανοχή στις πάσης φύσεως «αποκλίσεις» από το κοινωνικώς δίκαιο και ηθικώς αποδεκτό, που είναι ήδη ορατές όπως το φανερό μέρος του παγόβουνου

Β) Μηδενική ανοχή στο «δε βαριέσαι», που αποτελεί τη δική μας επονείδιστη και ένοχη «συνεισφορά» στο πρόβλημα. Καθόσον, αν θέλουμε να αλλάξει η κοινωνία, πρέπει παράλληλα να αλλάξουμε και τον εαυτό μας. (Βλ και σχετικό άρθρο μου). Σε διαφορετική περίπτωση, οδηγούμαστε σε ό,τι περιγράφεται στο επόμενο κεφάλαιο.   

«Δε βαριέσαι» και η σχετική πολιτική συμπεριφορά

 Όταν έρθει η ώρα να αποφασίσουμε ως υπεύθυνοι πολίτες και εκλογείς τις τύχες της χώρας, πρέπει να γνωρίζουμε πού οδηγεί η έως τώρα κυρίαρχη νοοτροπία μας. Καθόσον παρεπόμενα της νοοτροπίας «δε βαριέσαι» είναι προφανώς «σκέψεις» όπως οι παρακάτω:

• «Όλοι ίδιοι είναι»
• «Αφού όλοι εξαπατούν συνειδητά, κλέβουν, επωφελούνται παντοιοτρόπως, υπηρετούν ιδιοτελείς σκοπούς αδιαφορώντας, ή μη επιθυμώντας ή (απλά!) αδυνατώντας να λύσουν τα προβλήματα της κοινωνίας, γιατί να μην κοιτάξω κι εγώ ΜΟΝΟ τα δικά μου; Γιατί να μην ψηφίσω αυτόν που νομίζω ότι θα με «βολέψει», έστω για λίγο ακόμη;»
• «Τον Α και τον Β τους είδαμε, ας δούμε και τον Γ, μολονότι δεν μας πείθει καθόλου…»
• «Δεν ξέρω παρά μόνο τον Α, τον Β και τον Γ. Πού να ψάχνω τώρα τον καλύτερο… Δε βαριέσαι … να αναζητήσεις και σκεφτείς»

Αν, βλέποντας τον Α, τον Β ΚΑΙ τον Γ διαπιστώσουμε ότι «έχουμε δει αρκετά!...», τότε και μόνο τότε θα αποφύγουμε να …δούμε και τον Δ!

Διότι έτσι θα φτάσουμε να «δούμε» και τον κ. Μιχαλολιάκο.
Τότε πλέον θα διαπιστώσουμε ότι κακώς …βαριόμασταν όλο τον προηγούμενο καιρό.
Αλλά θα είναι πολύ αργά.

Μια ντροπή... μας σώζει!

Η χώρα, στην οποία γεννήθηκε η φιλοσοφία και η αντιμετώπιση της πραγματικότητας με βάση τη λογική, δεν φημίζεται για τη χρήση της ανθρώπινης αυτής ιδιότητας από τους σύγχρονους κατοίκους της. Έτσι ο σύγχρονος Έλληνας αποφασίζει κυρίως με το συναίσθημα, όχι τόσο γιατί είναι περισσότερο συναισθηματικός και παρορμητικός από άλλους λαούς, όσο γιατί η χρήση της λογικής απαιτεί πνευματική προσπάθεια, την οποία απαξιώνουμε και αποφεύγουμε γιατί… βαριόμαστε. Το «δε βαριέσαι» αποτελεί έτσι ένα είδος συναισθηματικής αντίδρασης, χωρίς να μπορεί ακριβώς να καταγραφεί ως αυθεντικό συναίσθημα.

Η ντροπή όμως ΕΙΝΑΙ συναίσθημα. Και μέχρι τώρα έχει διαδραματίσει προεξάρχοντα ρόλο ακόμη και στις πολιτικές διεργασίες και εξελίξεις στη χώρα μας. 

Θα θυμάστε ότι μέχρι πριν από μερικά χρόνια, εθεωρείτο ντροπή στην Ελλάδα να δηλώνει κάποιος ότι είναι δεξιός. Προσωπικά θυμάμαι πόσο μου είχε κάνει εντύπωση μια συζήτηση που είχα με έναν Γάλλο, όταν βρισκόμουν (πριν από σαράντα περίπου χρόνια) στο Παρίσι και μου είχε δηλώσει ευθαρσώς ότι «δεν είναι υπέρμαχος μιας κοινωνίας υπερβολικά προσκολλημένης στην ισότητα («trop égalitaire») και ότι ανήκει στη δεξιά».

Βλέπετε, είχαμε μόλις απαλλαγεί από τη δικτατορία, ενώ ούτε ο ίδιος ο Καραμανλής όταν είχε ιδρύσει τη Νέα Δημοκρατία την είχε θεωρήσει «δεξιό κόμμα». «Από την μετριοπαθή και δημοκρατική δεξιά μέχρι τις παρυφές της αριστεράς», έλεγε το «προσκλητήριό» του, ενώ στην επίσημη Ιδρυτική του Διακήρυξη υπήρχε η φράση «πέρα και πάνω από τις παραπλανητικές ετικέτες της Δεξιάς, του Κέντρου και της Αριστεράς»

Η πραγματικότητα εκείνη που αναφέρεται στις πρώτες δεκαετίες της μεταπολίτευσης είχε προφανώς τις ρίζες της σε όσα είχε διαπράξει η τότε δεξιά, ΩΣ «Δεξιά» (που κυβερνούσε επί δεκαετίες με τη μία ή την άλλη μορφή).

Αντίθετα οι έκτοτε «αριστεροί» (κατά δήλωσιν τουλάχιστον) έφεραν με υπερηφάνεια τον «τίτλο», μιας και εκπροσωπούσαν τους αδικημένους και κατατρεγμένους (και μέχρις ενός σημείου πράγματι ήσαν), καθώς και ένα όραμα για μια δικαιότερη κοινωνία με περισσότερη δημοκρατία και χωρίς αποκλεισμούς. Έτσι, η αριστερά απέκτησε και μια «πνευματική ηγεμονία» στο χώρο των διανοουμένων και πανεπιστημιακών με πλήθος αντίστοιχων εντύπων και άρθρων γραμμένων από αριστερούς.

Μετά την τραυματική – και συνεχιζόμενη - εμπειρία της συριζαϊκής εκδοχής της «αριστεράς», όλο και λιγότερους βλέπουμε και ακούμε να δηλώνουν «υπερήφανοι αριστεροί». Δεν θα αργήσει ο καιρός που ο – σχεδόν απολιτικός πλέον – ΣΥΡΙΖΑ θα έχει καταστήσει την ιδιότητα του «αριστερού» ένα ...σύντομο ανέκδοτο.

Σ’ αυτό φυσικά συνέβαλαν και συμβάλλουν, τόσο οι ανεκδιήγητες και αντιφατικές πολιτικές, που έχουν ...διαπράξει οι αυτοαποκαλούμενοι αριστεροί ΣΑΝ «Αριστερά», όσο και οι μεγάλες (και αταίριαστες με την ιδιότητα του αριστερού) περιουσίες, που πολλοί από αυτούς διαθέτουν.

Παράλληλα, ξεκινούν σιγά-σιγά οι δεξιοί πολιτικοί να δηλώνουν – προς τιμήν τους φυσικά – ότι είναι πράγματι δεξιοί.
Ντροπή ΔΕΝ είναι να δηλώνει κανείς αυτό που είναι.
Ντροπή ΕΙΝΑΙ να αποκρύπτει κάποιος αυτό που είναι (π.χ. Χρυσή Αυγή...), ή να μας παρουσιάζεται σαν κάτι που ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ (γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ μόνο καρικατούρα αριστεράς θα μπορούσε να θεωρηθεί). Και ακόμα μεγαλύτερη ντροπή είναι να εφαρμόζεται μια πολιτική που πλήττει κυρίως τους πλέον αδύνατους, δηλαδή αυτούς που υποτίθεται ότι θέλει να προστατεύσει η αριστερά και αυτό να αυτοαποκαλείται ανερυθρίαστα «αριστερή πολιτική».

Και αυτή η ντροπή μπορεί στο τέλος να μας σώσει.
Είναι μια από τις λίγες Ελπίδες που μας έχουν απομείνει και ...Έρχεται (!!!)

«Δε βαριέσαι» εναντίον «Δεν ντρέπεσαι;»

Όταν λοιπόν φτάσει κάποιος να ντρέπεται να δηλώνει ότι είναι αριστερός, θα έχουμε μπει «σε καλό δρόμο».

Ο οποίος θα οδηγήσει τελικά σε «ξέφωτο» όταν ΚΑΙ οι πολίτες που είχαν ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ σαν «αριστερά» χωρίς να θεωρούν τον εαυτό τους αριστερό, θα έχουν μετανιώσει φρικτά και θα ντρέπονται για την επιλογή τους.

Το «δε βαριέσαι» παύει να λειτουργεί ως …κατευθυντήριος των αποφάσεών μας γραμμή, όταν οι οικονομική συγκυρία γίνει πολύ δύσκολη και η στοιχειωδώς αξιοπρεπής μας επιβίωση προβληματική. Όταν δεν έχεις χρήματα για κάλυψη των ελαχίστων αναγκών, αρχίζεις και ντρέπεσαι για το κατάντημά σου. Και η ντροπή αυτή γίνεται εντονότερη όταν γνωρίζεις ότι σ’ αυτό έχεις συμβάλει με την ψήφο σου.

Πέραν αυτού, ο «συναισθηματικός» Έλληνας έχει ιδιαίτερη ευαισθησία στην ιδιότητα του «κορόιδου». Όσο αυτή λειτούργησε προς την πλευρά του «δε βαριέσαι, γιατί αυτοί και όχι εγώ», στις περιόδους που το πελατειακό κράτος «άνθιζε» και μοίραζε ευημερία στους συμμετόχους του, τόσο λειτουργεί προς τη μεριά του «ντρέπομαι γιατί μ’ έπιασαν κότσο».  Αρκεί αυτό να μη γυρίσει στο «θα τους δείξω εγώ» και προς το ναζιστικό μόρφωμα, που μας απειλεί τα τελευταία χρόνια.

Είναι πολύ πιθανό ότι, αν η Χρυσή Αυγή δεν βγει εκτός νόμου ως εγκληματική οργάνωση, θα έχει αύξηση της εκλογικής της πελατείας μετά την αναμενόμενη έως αναπότρεπτη κατάρρευση του καθεστώτος – ή της «κατάστασης» για να μην υπερβάλλουμε - ΣΥΡΙΖΑ. Για την αποτροπή ενός τέτοιου ενδεχομένου, η ντροπή αποτελεί ένα ακόμη τελευταίο ανάχωμα προς το παρόν τουλάχιστον.   

Επίλογος

Τα παραπάνω δεν αρκούν για να βγούμε οριστικά από την παρακμή και τον κοινωνικό μας κατήφορο.

Πρέπει σύντομα οι πλειοψηφία – αυτή τη φορά – των Ελλήνων να αρχίσουν να ντρέπονται όταν διαπιστώνουν ότι ΔΕΝ έχουν Κοινωνική Συνείδηση.   

Καθόσον είναι προφανές ότι μια κοινωνία που δεν διαθέτει την θεμελιώδη αυτή συνδετική και συνεκτική ιδιότητα, δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα προχωρήσει πολύ μακριά.

 

Υ.Γ. Η χρήση των επιρρημάτων «ως» (που εκφράζει πραγματική ιδιότητα) και «σαν» (που εκφράζει παρομοίωση) έγινε με προσοχή στο κείμενο.

 (Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Marketnews.gr)

Εκτύπωση

Ο θάνατος, ο τρόμος, ο Θεός, οι «μάρτυρες» και η …λατρεία της εξουσίας

Συγγραφέας Διονύσιος Βενιεράτος (dionysis321venieratos) στις . Καταχώριση Άρθρα μελών

articleΠρόλογος

Ο θρησκευτικός φανατισμός ή φονταμενταλισμός ή μισαλλοδοξία δεν είναι τίποτα άλλο από τη θέληση να επιβάλουμε στους άλλους κάτι που είναι εξ ορισμού αυστηρά προσωπικό. Δηλαδή τη σχέση μας με την υπερβατική θεώρηση των αρχών της ύπαρξής μας, που για πολλούς μετουσιώνεται σε ένα απόλυτα σεβαστό θρησκευτικό συναίσθημα. Και το θρησκευτικό όμως συναίσθημα του άλλου είναι εξ ίσου σεβαστό όπως σεβαστή πρέπει να είναι και η ενδεχόμενη απουσία από κάποιον συνάνθρωπό μας οποιουδήποτε θρησκευτικού συναισθήματος. (Η συνέχεια στον Επίλογο)

Ο θάνατος, ο τρόμος, ο Θεός

Ο Θεός, ως Ανώτερη – και άγνωστη – Δύναμη που δημιούργησε τον Κόσμο αποτελεί μια «διανοητική αναγκαιότητα» στην έμφυτη ροπή του ανθρώπινου πνεύματος να βρίσκει αιτία στο καθετί.

Είναι «η αιτία του εαυτού του» κατά τον Θωμά Ακινάτη και τον Μπαρούχ Σπινόζα.

Η Θρησκεία ωστόσο και η ένταξή της σ’ αυτήν, με ό,τι καλό ή κακό αυτό συνεπάγεται, έχει κατά πολλούς τη ρίζα της στον «τρόμο του θανάτου».

Παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Ίρβινγκ Γιάλομ «Στον κήπο του Επίκουρου» (Εκδόσεις Άγρα, σελ. 17):

«…Επειδή δεν μπορούμε να ζήσουμε πετρωμένοι από φόβο, γεννάμε μεθόδους για να μαλακώσουμε τον τρόμο του θανάτου. Προβάλλουμε τον εαυτό μας στο μέλλον μέσα από τα παιδιά μας. Γινόμαστε πλούσιοι, διάσημοι, επεκτεινόμαστε όλο και πιο πολύ. Αναπτύσσουμε καταναγκαστικές προστατευτικές τελετουργίες. Ή ασπαζόμαστε μια αδιάσειστη πίστη σ’ έναν τελικό σωτήρα.

Ορισμένοι άνθρωποι… επιχειρούν να υπερβούν την οδυνηρή κατάσταση διαχωρισμού που προκαλεί ο θάνατος συγχωνευόμενοι – με έναν αγαπημένο, με μια ιδεολογία με μια κοινότητα μ’ ένα Θείο Όν.

Το άγχος θανάτου είναι η μητέρα όλων των θρησκειών, οι οποίες, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, επιχειρούν να καταλαγιάσουν την αγωνία του πεπερασμένου της ύπαρξής μας.

Ο Θεός, όπως έχει διατυπωθεί διαπολιτισμικά, όχι μόνο καταπραΰνει την οδύνη της θνητότητας μέσα από ένα όραμα αιώνιας ζωής, αλλά και μετριάζει την εναγώνια απομόνωση προσφέροντας μια αιώνια παρουσία και παρέχει ένα ξεκάθαρο πρότυπο για μια ζωή με νόημα…»

Το πώς ο τρόμος αυτός του θανάτου μετουσιώνεται σε διάθεση για τρομοκρατικές ενέργειες που σκορπούν το θάνατο και που συχνά περιλαμβάνουν τον βέβαιο θάνατο αυτού που τις διαπράττει, είναι η πλήρης αντίφαση – ο ακραίος παραλογισμός – η απόλυτη φρικαλεότητα, η άρνηση της ανθρώπινης υπόστασης.

«Σκοτώσατε τους αδελφούς μας, θα πεθάνετε... Ο Θεός είναι μεγάλος (!)» [και μαζί σας θα πεθάνω κι εγώ] φώναζαν οι τρομοκράτες εκτελεστές στα εντελώς αθώα και ανυποψίαστα θύματά τους.

Εδώ υπάρχει και μια άλλη αντίφαση: Οι «σκοτωμένοι αδελφοί» τους οποίους εκδικούνταν οι δολοφόνοι τρομοκράτες, θα έχουν γίνει ήδη «μάρτυρες» και θα βρίσκονται στον «παράδεισο», σύμφωνα με τη θρησκεία των ισλαμιστών δολοφόνων. Οπότε, προς τι η εκδίκηση;

Ένα κουβάρι η ψυχή και το μυαλό των στυγνών δολοφόνων, οι οποίοι ωστόσο μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν άριστα την τεχνολογία των «απίστων» και να συντονιστούν τέλεια για να ολοκληρώσουν το απαίσιο σχέδιό τους.

Το οποίο φυσικά είναι μέρος ενός παιχνιδιού εξουσίας και επικράτησης κάποιων άλλων.

Οι «μάρτυρες» και η λατρεία της… εξουσίας

- Γιατί οι εκάστοτε ηγέτες ισλαμικών και φονταμενταλιστικών κινημάτων και οργανώσεων δεν επιλέγουν να γίνουν οι ίδιοι αυτουργοί εκτελεστές επιθέσεων αυτοκτονίας και κατά τη θρησκεία τους «μάρτυρες»;
- Γιατί αφήνουν να τους διαφύγει τέτοια… ευκαιρία να πάνε εκ του ασφαλούς στον «παράδεισο» του κορανίου τους; Μήπως …θυσιάζονται, θεωρώντας τους εαυτούς τους «αναντικατάστατους»;
- Γιατί οι δολοφόνοι αυτοκτονίας είναι συνήθως σχετικά μικροί σε ηλικία; Δεν θα ήταν φυσικότερο να επιλέξουν το ρόλο αυτό οι μεγαλύτεροι;

Αυτά είναι κάποια απλά ερωτήματα που θα πρέπει να τίθενται από τους δυτικούς σε όλους τους υποψήφιους καμικάζι – δολοφόνους. Όλοι τους άλλωστε είναι χρήστες του διαδικτύου.

Εφ’ όσον τεθούν τα ερωτήματα, η απάντηση είναι απλούστατη: Τους εκμεταλλεύονται οι εκπρόσωποι του πολιτικού – οικονομικού – θρησκευτικού κατεστημένου των χωρών τους, για να αποκτήσουν και να διατηρήσουν ισχύ και εξουσία.
Όπως ακριβώς γινόταν και στο μεσαίωνα, η θρησκεία χρησιμοποιείται σαν μέσο επιβολής και εξουσιαστικών παιχνιδιών και μηχανισμών. Παίρνουν εφήβους, ακόμα και μικρά παιδιά και τα φανατίζουν, καθιστώντας τα πειθήνια όργανά τους. Κάτι που είναι ακόμα πιο εύκολο όταν ο νεαρός υποψήφιος δολοφόνος έχει χάσει μέλη της οικογένειάς του από τους «απίστους».

Πώς αντιδρούμε διαχρονικά στην τρομοκρατία;

Για μία ακόμη φορά οι – ανεπαρκείς – ηγέτες της Δύσης αιφνιδιάστηκαν από το τρομοκρατικό – ισλαμικό φαινόμενο, μολονότι είχαν όλες τις ενδείξεις, τις αποδείξεις και τις προειδοποιήσεις, όπως για παράδειγμα την έκκληση του Serkan Engin:

http://olympia.gr/2014/08/06/συγκλονιστική-επιστολή-τούρκου-απο/

Τώρα «τρέχουν» πίσω από τα γεγονότα (κλείσιμο συνόρων και λοιπές σπασμωδικές ενέργειες) και προφανώς «δεν φτάνουν».

Το πρόβλημα φαίνεται ότι δεν έχει γίνει κατανοητό σε όλη του την έκταση και όλο του το βάθος. Εδώ πρέπει να δράσει όλη η πολιτισμένη ανθρωπότητα στο ανώτατο δυνατό επίπεδο (ΟΗΕ), με τη μέγιστη συναίνεση και τον απόλυτο συντονισμό.

Έχουμε πόλεμο και αλίμονό μας αν τον χάσουμε.

Ωστόσο, η – απαραίτητη – στρατιωτική νίκη έναντι των δολοφόνων τζιχαντιστών του ISIS δεν πρόκειται να λύσει το πρόβλημα που απειλεί την πολιτισμένη ανθρωπότητα, αν η Λογική και ο Διαφωτισμός δεν επικρατήσουν.
Η όποια νίκη στο στρατιωτικό πεδίο θα είναι «πύρρειος» και δεν πρόκειται να έχει διάρκεια, αν δεν συνοδεύεται από νίκες στο πεδίο των ιδεών και του πνεύματος.

Η «δύση» έχει πολλαπλώς αποδείξει ότι στους τομείς αυτούς (των ιδεών και του πνεύματος) έχει …«υπεροπλία»! Πώς όμως την έχει χρησιμοποιήσει;

Η πρώτη αντίδραση του τότε προέδρου Μπους μετά το τρομοκρατικό κτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και στη συνέχεια οι αντιδράσεις όλων των ηγετών χωρών που δέχονται πλήγματα είναι σχεδόν πανομοιότυπες.  Τότε ο κ. Μπους δήλωνε ότι ξεκινάει ένα πόλεμο, που θα έχει ως πρώτο στόχο την αναζήτηση και τιμωρία των ενόχων και ως απώτερο αποτέλεσμα την ολοκληρωτική εξάλειψη του φαινομένου της τρομοκρατίας.

Η ίδια «λογική» διέπει και την πολιτική των Ισραηλινών έναντι της παλαιστινιακής τρομοκρατίας, με κύριο χαρακτηριστικό τις ανηλεείς επιθέσεις τους εναντίον παλαιστινιακών «στόχων», μετά από κάποιο δικό τους χτύπημα, που έχουν ως αποτέλεσμα τον θάνατο πολλών αμάχων και τη δημιουργία νέων επίδοξων τρομοκρατών.     

Δεν χρειάζεται όμως ιδιαίτερη ευφυΐα στο να αντιληφθεί κάποιος ότι εδώ γίνεται ένα λογικό άλμα. Από πουθενά δεν συνάγεται ότι η τιμωρία κάποιων φυσικών αυτουργών (που συνήθως είναι ήδη νεκροί), ή η σύλληψη των ηθικών αυτουργών (εάν υποτεθεί ότι τους γνωρίζουμε όλους) των τρομοκρατικών ενεργειών θα σημάνει το τέλος της πρακτικής των τυφλών τρομοκρατικών κτυπημάτων. Και τούτο για τον απλούστατο λόγο ότι ο μουσουλμανικός κόσμος αποτελεί αστείρευτη «δεξαμενή» υποψηφίων νέων τρομοκρατών. Και μάλιστα πολύ εύκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι η επικέντρωση της προσπάθειας στο κυνηγητό των «τρομοκρατών» (με ό,τι «παράπλευρες απώλειες» αυτό συνεπάγεται) οδηγεί μακροπρόθεσμα στην ενίσχυση της τρομοκρατίας και όχι στην εξασθένισή της.

H τρομοκρατία δεν συντρίβεται, αλλά μόνο απαξιώνεται. Και αυτό θα συμβεί μόνο όταν ο αυτόχειρας τρομοκράτης δεν θα θεωρείται από κανένα ως ήρωας ή μάρτυρας που απονέμει δικαιοσύνη, αλλά ως ένας αξιοθρήνητος και καταγέλαστος ψυχοπαθής που διαπράττει ένα φρικτό και ανόητο έγκλημα. Αλλά εκεί δεν πρόκειται να φθάσουμε με μισές αλήθειες και ψεύτικες βεβαιότητες, με τις οποίες οι εκάστοτε ηγέτες βαυκαλίζουν τους υπηκόους τους. Οι μουσουλμάνοι θεωρητικοί της τρομοκρατίας χρησιμοποιούν πράγματι μισές αλήθειες (ότι για όλα τα δεινά των Αράβων ευθύνονται μόνο οι Δυτικοί) και ψεύτικες βεβαιότητες (ότι οι «μάρτυρες» θα πάνε στον Παράδεισο, ενδεχομένως μαζί με τα ανύποπτα θύματά τους). Παρόμοιες ιδέες μπορούν να κατανικηθούν μόνο με τη βοήθεια του ψύχραιμου, αμερόληπτου και αναλυτικού τρόπου σκέψης, που είναι προϊόν της επιστημονικής και φιλοσοφικής αμφιβολίας.

      Και εδώ θα πρέπει όλα τα μέλη (πολίτες και πολιτικοί) του «Δυτικού Κόσμου» να απαντήσουν στο εξής απλό αλλά σκληρό δίλημμα:

      Ποιος είναι ο κύριος στόχος; Η τιμωρία των τρομοκρατών ή η εξάλειψη της τρομοκρατίας; Η απάντηση της συντριπτικής πλειοψηφίας των – δυτικών - συμπολιτών μας θα είναι ότι θα προτιμήσουν την διαφύλαξη της ζωής των υποψηφίων θυμάτων, έστω και αν αυτό συνεπάγεται ότι πολλοί εκ των «τρομοκρατών» θα παραμείνουν ατιμώρητοι…

      Καθόσον το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» δεν είναι κοινό για όλο τον κόσμο, με άλλα λόγια το «δίκιο» γίνεται αντιληπτό κατά τελείως διαφορετικό τρόπο από διαφορετικές ομάδες ανθρώπων με διαφορετική κουλτούρα και υπό διαφορετικές συνθήκες ζωής («τραγωδία είναι η σύγκρουση του δικαίου προς το δίκαιο», όπως έλεγε κάποτε ο Νίτσε).

      Από την άλλη όμως μεριά το δικαίωμα στη ζωή στην ειρήνη και την ασφάλεια είναι έννοιες κοινές – και σε μεγάλο βαθμό έμφυτες – για όλο τον κόσμο. Όπως έμφυτες είναι και οι λοιπές «δυτικές» (θεωρούμενες) Αξίες όπως η Ελευθερία, ο σεβασμός στην Προσωπικότητα και την Ανθρώπινη Υπόσταση, το δικαίωμα για Εξέλιξη και αναζήτηση της Ευτυχίας.

Αυτές λοιπόν τις κοινές και έμφυτες Αξίες και Αρχές πρέπει να διδάξουμε με σύστημα, επιμονή και υπομονή χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που διαθέτουμε: Πνευματικά, τεχνολογικά ακόμη και οικονομικά. Με βοήθεια που θα δώσουμε στους λαούς αυτούς. Καθόσον η δυστυχία αποτελεί πηγή και «έμπνευση» για τον επίδοξο τρομοκράτη, που ελπίζει να ευτυχήσει μόνο στον… Παράδεισο που του υπόσχεται η θρησκεία του.  

Αυτό αποτελεί την μεγαλύτερη πρόκληση του καιρού μας και συγχρόνως είναι κυριολεκτικά ζήτημα ζωής και θανάτου.

Όχι μόνο των ίδιων των ανθρώπων, αλλά και του όποιου Πολιτισμού κατάφερε ο άνθρωπος να οικοδομήσει. 

Επίλογος

Οι απλές αυτές αρχές και σκέψεις που εκτέθηκαν στον Πρόλογο και στο υπόλοιπο κείμενο αγνοήθηκαν και εξακολουθούν να αγνοούνται ακόμα και στις μέρες μας. Πόλεμοι που έχουν ως βαθύτερο κίνητρο θρησκευτικές διαφορές κατατρύχουν την ανθρωπότητα επί αιώνες και έχουν γίνει αιτία για θανάτους και δυστυχία εκατομμυρίων ανθρώπων.

Ένα τέτοιο πόλεμο ζούμε και στις μέρες μας.

Ο Πανάγαθος Θεός, όποια μορφή και όποιες ιδιότητες και αν του αποδίδουμε, δεν είναι δυνατόν να «χαίρεται» (αν υποθέσουμε ότι μπορεί να έχει και τέτοιου είδους συναισθήματα) για τις εκατόμβες θυμάτων που δημιουργούνται εξ ονόματός Του.

Εμείς όμως είναι βέβαιο ότι θα δυστυχήσουμε μέσα στους θανάτους και τον τρόμο αν δεν αντιδράσουμε έγκαιρα και με τον δέοντα τρόπο, που θα μας επιτρέψει να αφήσουμε οριστικά πίσω μας τη φρίκη που μας επιφυλάσσει ο θρησκευτικός πόλεμος που ήδη βιώνουμε.

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο policilaldoubts,com

Περισσότερα Άρθρα...